Καραντίνα και συναισθηματική κατανάλωση τροφής.
- Κινητή Μονάδα Κλίμακα
- May 5, 2020
- 3 min read
Καθώς τα κρούσματα από το νέο κορονοϊό Covid-2019 αυξάνονται παγκοσμίως, όλος σχεδόν ο πλανήτης έρχεται αντιμέτωπος με μία επακόλουθη σειρά από περιοριστικά μέτρα και υποχρεωτική παραμονή σε καραντίνα. Το σπίτι έχει επανανοηματοδοτηθεί ως ο χώρος όπου οι άνθρωποι πλέον όχι μόνο μένουν και ξεκουράζονται, αλλά δουλεύουν, μορφώνονται και εκπαιδεύονται, γυμνάζονται, ψυχαγωγούνται.
Η ζωή σε καραντίνα, είτε πρόκειται ολοκληρωτική είτε μερικής μορφής, αποτελεί εκλυτικό παράγοντα στρες, καθώς οι κοινωνικές επαφές περιορίζονται, οι έξοδοι ελαχιστοποιούνται στις απολύτως απαραίτητες, κυριαρχεί άγχος για την υγεία μας και των δικών μας ανθρώπων, αγωνία για τις επιπτώσεις της πανδημίας σε επίπεδο οικονομικό, συναισθηματικό, κοινωνικό, αλλά και συναισθήματα ανίας, καθώς περνάμε εξολοκλήρου σχεδόν τον χρόνο μας με τους ίδιους ανθρώπους ή μόνοι μας και οι ιδέες για δημιουργική απασχόληση εξαντλούνται σταδιακά. Το άτομο χρησιμοποιεί μηχανισμούς διαχείρισης του στρες αυτού, οι οποίοι είναι άλλοτε υγιείς και λειτουργικοί, άλλοτε πάλι επηρεάζονται άμεσα από την ίδια την συναισθηματική του κατάσταση, με αποτέλεσμα η κακή διάθεση να οδηγεί σε υιοθέτηση ανθυγιεινών και επιβλαβών επιλογών.
Συναισθηματική κατανάλωση τροφής
Η διατροφή και η όρεξη για φαγητό αποδεδειγμένα επηρεάζονται άμεσα από την συναισθηματική κατάσταση του ατόμου. Σε περιόδους έντονου στρες, θλίψης, μοναξιάς και επαναλαμβανόμενης ανίας, το άτομο τείνει να αλλάζει τις διατροφικές του συνήθειες, ή να εκδηλώνει αυξημένη όρεξη για φαγητό.
Η συναισθηματική κατανάλωση τροφής (emotional eating) χαρακτηρίζεται από αυξημένη όρεξη, συνειδητή ή ασυνείδητη, η οποία εκδηλώνεται με τη σειρά της με αυξημένη πρόσληψη τροφών πλούσιων σε θερμιδική αξία, κυρίως λιπαρών ή γλυκών. Η συναισθηματική κατανάλωση τροφής γίνεται κυρίως με τη μορφή παρόρμησης, επιβράβευσης, ή τσιμπολογήματος (binge-eating) και της συνεχόμενης κατανάλωσης φαγητού (perpetual consumption), ακόμα και όταν κάποιος έχει χορτάσει. Κατά τη διάρκεια της συναισθηματικής κατανάλωσης τροφής, το άτομο αισθάνεται ανίκανο να ελέγξει τι και πόσο τρώει, αλλά και να σταματήσει τον εαυτό του. Επιπλέον, κυριαρχεί η σκέψη ότι τρώγοντας, τα αρνητικά συναισθήματα θα υποχωρήσουν και το άτομο θα ανακουφιστεί. Οι εκδηλώσεις αυτές συνήθως ακολουθούνται από απρόσφορες αντισταθμιστικές συμπεριφορές, όπως συναισθήματα ντροπής και ενοχής, υπερβολική σωματική άσκηση ή νηστεία. Συνεπώς, πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο, όπου η κακή συναισθηματική κατάσταση πυροδοτεί τα επεισόδια συναισθηματικής κατανάλωσης τροφής, τα οποία με τη σειρά τους καταλήγουν και πάλι σε αρνητικά συναισθήματα.

Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο;
Έρευνες έχουν δείξει ότι τα επεισόδια τσιμπολογήματος (binge-eating) και συναισθηματικής κατανάλωσης τροφής (emotional eating) συνδέονται με δύο πολύ σημαντικά νευρωνικά δίκτυα. Το πρώτο αφορά το νευρωνικό δίκτυο του προμετωπιαίου λοβού που σχετίζεται με την αναστολή της αυθόρμητης απόκρισης. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρείται μειωμένη ενεργοποίηση στο δίκτυο αυτό, πράγμα που συμπεριφορικά μεταφράζεται σε αδυναμία του ατόμου να αναστείλει μία παρορμητική πράξη, όπως είναι για παράδειγμα το τσιμπολόγημα. Από την άλλη, έχει παρατηρηθεί αυξημένη ενεργοποίηση του νευρωνικού δικτύου που σχετίζεται με την ανταμοιβή (reward). Σε όρους συμπεριφοράς, το άτομο λαμβάνει ένα παροδικό αίσθημα ανταμοιβής από την συναισθηματική κατανάλωση τροφής, παρόμοιο με εκείνο που παρατηρείται στον εθισμό. Τελικά, το άτομο αισθάνεται ότι δεν μπορεί να αναστείλει την αυθόρμητη συμπεριφορά και αντλεί από αυτή παροδικό αίσθημα ικανοποίησης.
Αντιμετώπιση της συναισθηματικής κατανάλωσης τροφής κατά την καραντίνα
Η συνθήκη της επιβαλλόμενης κοινωνικής απομόνωσης αλλά και ο φόβος που προκαλεί μία πανδημία οφειλόμενη σε έναν νέο ιό, αποτελούν παράγοντες που μπορεί να πυροδοτήσουν στον οργανισμό στρες. Το χρόνιο στρες μειώνει την αυτό-παρατήρηση και τον αυτό-έλεγχο των ατόμων, με αποτέλεσμα να υιοθετούνται λανθασμένες στρατηγικές αποσυμφόρησης του άγχους.
Το πρώτο βήμα στην αντικατάσταση των πρακτικών αυτών με άλλες πιο λειτουργικές, είναι η παρατήρηση και η συνειδητοποίηση τους. Το άτομο λοιπόν αρχικά θα πρέπει να παρατηρήσει τον εαυτό του προκειμένου να ταυτοποιήσει τα συναισθήματα που το οδηγούν σε επεισόδια υπερφαγίας και τσιμπολογήματος. Αυτό επιτυγχάνεται με το να στρέφουμε την προσοχή μας στον εαυτό και στο σώμα μας και να θέτουμε ερωτήσεις όπως: Πεινάω πραγματικά αυτή τη στιγμή; Πριν πόση ώρα ήταν το τελευταίο μου γεύμα και τι ακριβώς έφαγα; Τι συνέβη/ Πώς ένιωθα πριν πάρω την απόφαση να αναζητήσω φαγητό;
Στη συνέχεια, μία χρήσιμη στρατηγική θα ήταν η αντικατάσταση της συναισθηματικής κατανάλωσης τροφής με άλλες πρακτικές πιο ωφέλιμες: συζήτηση με κάποιο μέλος της οικογένειας, τηλεφώνημα ή βιντεοκλήση με κάποιον φίλο, ενασχόληση με κάποιο χόμπυ που θα διατηρήσει την προσοχή του εστιασμένη για κάποιο χρονικό διάστημα (γυμναστική, παζλ, ζωγραφική). Επιπλέον, το άτομο θα μπορούσε να ελαχιστοποιήσει την έκθεση του σε ανθυγιεινές τροφές, φροντίζοντας να προμηθεύεται περισσότερα υγιεινά τρόφιμα και σνακ. Ωστόσο αν οι πρακτικές αυτές δεν φαίνεται να βοηθούν το άτομο να διαχειριστεί την συναισθηματική κατανάλωση τροφής και καταλήγει παρά τις προσπάθειες του, να αισθάνεται περισσότερο στρες και ενοχή, θα πρέπει να έρθει σε επαφή με κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας εξειδικευμένο σε θέματα διαταραχών πρόσληψης τροφής.
Μπουρσινού Νικολέττα
Κλινική Νευροψυχολόγος
Comments